Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Κάποτε φτάνει ο χρόνος που οι μνήμες πρέπει να μοιράζονται. Εξάλλου, πολύ θα ήθελα να ξέρω τι απέγιναν οι άνθρωποι που έζησα μαζί τους τις ώρες αγωνίας εκείνου του Νοέμβρη.

Βυσσινί απολυτήριο μετά από 32 μήνες θητεία στην πολεμική αεροπορία - πρώην ΕΒΑ. Και είναι 13 του Νοέμβρη. Σε γραφικό ξενοδοχειάκι-πανσιόν στ’ Αναφιώτικα απολαμβάνουμε με το κορίτσι μου τη συνεύρεσή μας. Πολίτης… στη χούντα!
Δεύτερη νύχτα ελευθερίας και έρωτα, η Μαίρη δουλεύει στην Ακαδημίας και μου μεταφέρει το κλίμα: κάτι συμβαίνει στο Μετσόβιο… Κουβέντα για το τι να σημαίνουν όλα αυτά, ίσως ήρθε η ώρα για το ξέσπασμα. 
............................................................
Μήνες πριν, σε μια έξοδο μετά διανυκτέρευσης, βρέθηκα απογευματάκι έξω από τη Νομική. Κόσμος πάνω στην ταράτσα, αλλά κόσμος και κάτω, στο δρόμο, που στέκεται και παρακολουθεί, ενίοτε απαντώντας στα τραγούδια και στα συνθήματα – πότε θα κάνει ξαστεριά… Ανατριχίλα μέσα στη στολή, κι ένας φαντάρος σιγοντάρει… και γίνεται στόχος. Εκτός από την αστυνομία και την ασφάλεια ‘φοιτητικού’ είναι και το μεικτό εκεί και με βάζει στο κυνήγι. Ευτυχώς, ο κόσμος πολύς, μπουρδουκλώνονται… τη γλυτώνω!
Έκτοτε, η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Παρακολουθώ, από το γραφείο σημάτων, το ζόρισμα των εξεγερμένων φοιτητών, ανακλήσεις αναβολών, η έλευση Μαρκεζίνη, η αμνηστία. Τώρα, ο δρόμος οδηγεί στην Πατησίων. Είμαι κι εγώ εδώ, κι είμαι πολίτης!
..............................................................
Κόσμος πάει κι έρχεται απ’ έξω, ζυγίζει. Αρκετός κόσμος μέσα. Η πύλη είναι ανοιχτή αλλά ο έλεγχος αυστηρός.
- Τι είσαι εσύ;
Φοιτητής δεν είμαι αλλά έχω στην τσέπη το ναυτικό φυλλάδιο = εργάτης.
- Πέρασε!
Ήδη βγάζουν καροτσάκι μερικούς γνωστούς, απ’ ότι φαίνεται, ασφαλίτες που είχαν καταφέρει και παρεισέφρησαν προηγουμένως. Η επιτροπή επί τω έργω!
Βρίσκω το Γιάννη, συμμαθητή και τώρα φοιτητή στους πολιτικούς μηχανικούς – εξοικειώνομαι.
......................................................
Ανακοίνωση για την εργατική συνέλευση. Γραμμή για το αμφιθέατρο. Λίγη ενημέρωση, περισσότερη κουβέντα και μερικές προτάσεις. Αρχίζω και προσανατολίζομαι. Στο ισόγειο οργασμός – ο καθένας γράφει συνθήματα σε χαρτοπανό ή όπου βρει χαρτί και γραμμή έξω για τα αυτοκίνητα, τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία. Ενθουσιασμός!
Κάποιες αίθουσες πιο ήσυχες, εκεί ξαποσταίνουν οι ξενύχτηδες. Πολλοί μιλούν μεταξύ τους, πηγαδάκια αλλά και αυτοσχέδιες συνεντεύξεις. Πάνω ο σταθμός! Πού ακριβώς… δε λέμε!
Αίθουσες για το φαγητό, βοηθάς να το οργανώσεις. Μεσημεράκι κι άρχισαν να ‘ρχονται τα ταψιά, μυρωδάτα! Μέσα απ’ τα κάγκελα πακέτα! Γυναίκες και άντρες, κι από μακρινές συνοικίες κατά πως λένε.
- Απ’ το Περιστέρι!
- Μπράβο παιδιά μου! Να προσέχετε όμως!
- Τι έχετε ανάγκη να σας φέρουμε;
Ο ενθουσιασμός ανεβαίνει.
Κόσμος πολύς απ’ έξω. Και οι εντεταλμένοι σε απόσταση αναπνοής αλλά φαίνονται να μην έχουν διαταγές να επέμβουν.
…………….……………………………

Καθώς πέφτει το σούρουπο, το σκηνικό αλλάζει. Καπνογόνα, δακρυγόνα, δύσκολο να αναπνεύσεις, τα μάτια τσούζουν κι αν τα τρίψεις την πάτησες. Μοιράζονται λεμόνια, αλλά οι φωτιές στην Πατησίων κάνουν την καλύτερη δουλειά διώχνοντας τα αέρια.
Οι πρώτες σφαίρες, τις ακούς να κτυπάνε στα ντουβάρια της πρόσοψης. Μηνύματα για γιατρούς και φάρμακα. Οι πύλες κλειστές, ανοίγουν μόνο στην απόλυτη ανάγκη. Κατάσταση πολιορκίας, μα ο κόσμος έξω κρατά γερά!
Ο πρώτος τραυματίας από σφαίρα, πολύ αίμα. Βοηθάς να τον ανεβάσουν από τις μεγάλες σκάλες, στο ιατρείο. Φαίνεται να είναι αναίσθητος.
Ξετυλίγονται όλα σα σε όνειρο. Είσαι εκεί και δεν έχεις πού αλλού να πάς. Δε θέλεις να πας αλλού. Ψάχνεις να βρεις το επόμενό σου βήμα.
Οι μερσεντές του πρυτανικού μπαίνουν μπροστά, να ενισχύσουν την κεντρική πύλη. Η Στουρνάρα κλειδωμένη και αυτοσχέδια φράγματα. Σκέψεις για βενζίνη απ’ τα ντεπόζιτα για μολότωφ. Η απόφαση όμως έχει παρθεί νωρίτερα: Όχι βία!
………………………………………………

Όλοι κολλημένοι στα κάγκελα! Ο δρόμος μπροστά έχει αδειάσει από τον κόσμο, Τώρα, όσοι είναι μέσα….
Πάνω στη δεύτερη μερσεντές παρακολουθώ τους δυο της επιτροπής να πηδάν τα κάγκελα για συνεννόηση με τους στρατιωτικούς. Το τανκ απέναντι με το πυροβόλο στραμμένο στην πύλη.
Έγινε τρείς η ώρα;
Φως που τυφλώνει, ο προβολέας του άρματος. Ξεκινά απ’ απέναντι σα σε αργή κίνηση.
- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!!
Ρίχνει την πύλη και η ώση με ρίχνει στα δεξιά.
Δευτερόλεπτα αιώνες… στέκω στα πόδια μου… δε με ακούνε… κι όμως βρίσκομαι στο ισόγειο του κτιρίου κοντά στην πύλη της Στουρνάρα. Παραλυμένοι απ’ τον τρόμο, μέσα στους διαδρόμους… ένα μπούγιο. Φωνές και γυρνάμε πίσω, προς την έξοδο. Τότε συνέρχομαι.
Συνέρχομαι από αυτό που αντικρίζω. Στο πλάι του διαδρόμου παρατεταγμένοι οι λοκατζήδες με τα όπλα ανά χείρας… τρέμουν ολόκορμοι. Συνομήλικοι, παιδιά θητείας, πιο τρομαγμένοι κι από μας…
Από κει και πέρα ελέγχω τα βήματά μου, επανέρχομαι.
Η πύλη της Στουρνάρα είναι παραβιασμένη και ανοιχτή. Από κει ξεχύνεται ο κόσμος στο δρόμο. Η Στουρνάρα ήδη γεμάτη από ένστολους και ασφαλίτες που όπου προλαβαίνουν χτυπούν.
Σώζει το μέγα πλήθος. Μοιραζόμαστε πολλοί στις πολυκατοικίες, άλλοι τρέχουν πέρα από τη Μπουμπουλίνας, προς τα πάνω, αλλά ο δρόμος φαίνεται μπλοκαρισμένος. Περιμένουν τα μπλόκα.
Χώνομαι σε μια πολυκατοικία γωνιακή, στο ύψος της Μπουμπουλίνας. Γεμάτος κόσμο ο διάδρομος και η σκάλα.
Ανεβαίνω πατώματα. Μπροστά μου μια πόρτα δικηγορικού γραφείου. Χτυπάμε… καμιά απόκριση! Σπρώχνουμε ενσικτώδικα… η πόρτα υποχωρεί, έσπασε η κλειδαριά… μπαίνουμε μέσα τέσσερις, ένας συνομήλικος φοιτητής και δυο παιδιά γυμνασίου. Στο διάδρομο κανείς. Οι φωνές των μπάτσων ακούγονται από κάτω.
Κλείνουμε την πόρτα, ένας βάζει την καρέκλα από το γραφείο κόντρα στο πόμολο για να κρατήσει να μην ανοίξει. Οιμωγές από τα κάτω πατώματα, βήματα στις σκάλες, φωνές απ’ έξω, διαταγές.
Χτυπούν την πόρτα, σπρώχνουν… καλά κρατεί…
Δευτερόλεπτα, λεπτά, ο πανικός των πιτσιρικάδων μας κρατά νηφάλιους – ψιθυρίζοντας κουράγιο στο αυτί τους και με το χέρι στο στόμα για να μην ουρλιάξουν στον τρόμο τους.

Φεύγουν! Η ταμπέλα του δικηγόρου απ’ έξω; Η πόρτα που δεν υποχωρούσε; Το ότι κρατηθήκαμε χωρίς τσιμουδιά; Πάντως, φεύγουν!

Περνούν ώρες. Τέσσερις άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται κάτω στο δρόμο κοιτάζοντας κλεφτά από το παράθυρο, κοιτώντας ο ένας τον άλλο χωρίς να βλεπόμαστε. Ένας πολίτης με το απολυτήριο στρατού στην τσέπη του τζάκετ, ένας φοιτητής – ίσως όχι του πολυτεχνείου, δύο γυμνασιόπαιδα.
Δε ξέρω πώς τους λένε, δεν είπαμε…
Δε ξέρω πού βρίσκονται και αν είναι ακόμα ζωντανοί, δε ξαναειδωθήκαμε…

Αργά το πρωί, ο φοιτητής, που φαίνεται να γνωρίζει το χώρο, κατεβαίνει σε τεχνικό γραφείο του πρώτου.
Σε λίγο έρχεται με τα κορίτσια του σχεδιαστηρίου που, τελικά, μας βγάζουν έναν-έναν έξω και μας συνοδεύουν προς την Ακαδημίας.
Περίεργη ηρεμία στους δρόμους.
Φτάνω στ’ Αναφιώτικα.
Λίγο αργότερα, τα τανκς του Ιωαννίδη βγαίνουν στους δρόμους.

Εμείς τη σκαπουλάραμε… εκείνη τη μέρα…
……………………………………….
Καρντάσια, ελπίζω να είστε καλά και να θυμόσαστε!
Έρχονται δύσκολες μέρες…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου